Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Κατοχική πείνα

Η ιστορική μέρα της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν η Ελλάδα εισήλθε σε εμπόλεμη κατάσταση, βρήκε το Χρηματιστήριο με στασιμότητα τιμών και περιορισμένες συναλλαγές.

Τις ημέρες της εισβολής, οι συνεδριάσεις στο Χρηματιστήριο διεξάγονταν μέσα στην εναγώνια ατμόσφαιρα των πολεμικών ανταποκρίσεων από το μέτωπο και διακόπτονταν από τους επανειλημμένους συναγερμούς, έτσι που η συναλλακτική κίνηση ήταν υποτυπώδης και οι συνεδριάσεις υποτονικές.

Πρώτο οικονομικό μέτρο της κυβέρνησης μετά την κήρυξη του πολέμου, ήταν ο περιορισμός στις αναλήψεις των πάσης φύσεως καταθέσεων στις τράπεζες.

Συγκεκριμένα, κάθε μήνα, θα επιτρεπόταν στους καταθέτες η απόδοση χρηματικού ποσού μέχρι το ύψος του 5% των καταθέσεών τους, με ανώτατο όριο το ποσό των 10.000 χιλιάδων δραχμών. Για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις γνωμοδοτούσε η Ειδική Επιτροπή των Τραπεζών, ώστε να κάνουν μεγαλύτερες αναλήψεις.

Το Χ.Α.Α., για λόγους προστασίας των συναλλασσομένων από ενδεχόμενες παράλογες ζημιές, προχώρησε σε προσωρινή αναστολή της λειτουργίας του, η οποία παρατάθηκε περισσότερο, εξαιτίας της δέσμευσης των καταθέσεων.

Από τις 19 Δεκεμβρίου του 1940, επαναλειτούργησε το Χ.Α.Α, χωρίς βέβαια να μπορεί να αναπτύξει άξια λόγου δράση.

Στα τέλη του 1940 και τις αρχές του 1941 επικρατούσε κλίμα ανάκαμψης με ανοδικές τάσεις στις τιμές των μετοχών, φαινόμενο που το υπέθαλπε και το κύμα έξαρσης από τις νίκες του στρατού στο αλβανικό μέτωπο.

Θετική είναι η διαπίστωση πως δεν παρατηρήθηκε υπερβολική και σπασμωδική προσφορά μετοχικών τίτλων, λόγω της ταραγμένης πολεμικής ατμόσφαιρας. Το Χ.Α.Α, προφανώς, αντιμετώπιζε με οριακή ψυχραιμία την κατάσταση.

Στις 27 Απριλίου του 1941, οι Γερμανοί εισήλθαν στην Αθήνα (ήδη είχε πεθάνει ο Μεταξάς τον Ιανουάριο του 1941 και μέσα στο χάος της ήττας ο επόμενος πρωθυπουργός Κορυζής αυτοκτόνησε).

Στις ημέρες της εισβολής, οι συνεδριάσεις στο Χρηματιστήριο διεξάγονταν μέσα στην εναγώνια ατμόσφαιρα των πολεμικών ανταποκρίσεων από το μέτωπο και διακόπτονταν από τους επανειλημμένους συναγερμούς, ώστε η συναλλακτική κίνηση ήταν υποτυπώδης και οι συνεδριάσεις υποτονικές.

Ωστόσο, η νέα τάξη πραγμάτων στη χώρα επέβαλε ώστε οι κατακτητές να δαπανούν τους πόρους της χώρας για τη συντήρησή τους, παράλληλα με τα μεγάλα χρηματικά ποσά που αναγκάστηκε το κράτος να τους καταβάλει για τα έξοδά τους.

Όλη η παραγωγή, ο φυσικός πλούτος και τα αγαθά δεσμεύτηκαν από τους Γερμανούς. Κάτω από την πίεση ενός καλπάζοντος πληθωρισμού εκμηδενίστηκαν τα εισοδήματα, οι μισθοί και τα ημερομίσθια. Η εξαφάνιση των τροφίμων και η συνεπακόλουθη πείνα που μάστιζε τη χώρα είχε ως άμεσο επακόλουθο την εμφάνιση της μαύρης αγοράς.

Πείνα
13.12.41

Πείνα και αθλιότης στους δρόμους και στα σπίτια. Οι άνθρωποι πρίζονται. Πεθαίνουν στους δρόμους. Οι Γερμανοί αφαιρούν το παν. Τα τρόφιμα έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Το θέαμα ανθρώπων αναίσθητων από την πείνα στα πεζοδρόμια της Λεωφόρου Πανεπιστημίου είναι κάθε μέρα συχνότερο. [...] Στο σταθμό μια γυναίκα πέφτει μπροστά μου σαν κεραυνόπληχτη. Την σηκώνουν, μαζεύεται κόσμος και της δίνει λεφτά. Τι να τα κάνει;

(Ασημ. Πανσέληνος, Φύλλα Ημερολογίου (1941-1943), Αθήνα, Κέδρος, 1993, σ. 118-119)

Μεγάλες θλιβερές ουρές

"Οι ουρές είναι μεγάλες, είναι θλιβερές, με λυπημένους ανθρώπους που ακολουθούν μια δική τους αυστηρή πειθαρχία κοπαδιού. [...] Η μητέρα προσφέρθηκε να πάει στην ουρά του φούρνου. Έφυγα από το σπίτι στις εννιά το πρωί. Εκείνη είχε ξυπνήσει από τις εξήμισι. Πίστευε πως θα ήταν με τους πρώτους. Βρήκε να περιμένουν διακόσιοι άνθρωποι. Γύρισα στις εννιά το βράδυ κι ήταν ακόμα εκεί, στην ίδια θέση περιμένοντας να φέρουν αλεύρι, να το ζυμώσουν, να το ψήσουν και ν' αρχίσουν τη διανομή που είναι τριάντα δράμια στο άτομο. Τη σήκωσα και τη βάσταξα για να γυρίσουμε σπίτι. Γι' αυτό αγόρασα το ψωμί απ' τον οδηγό. Τ' αγοράζεις με μια χρυσή λίρα."

(Γιώργος Καράγιωργας, Οι τραγουδιστάδες της Λευτεριάς, αναφορά στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 40-44, β' έκδοση, Αθήνα, Κέδρος, 1993, σ. 328)

Πεινώ

Κατοχή. Στις γωνιές των δρόμων οι ντενεκέδες με τα σκουπίδια περιμένουν όχι το αυτοκίνητο ή μάλλον το κάρο να τους αδειάσει. Περιμένουν τους πεινασμένους ανθρώπους να ψάξουν μέσα να βρουν κάτι φαγώσιμο: λεμονόκουπα, φύλλα κρεμμυδιού...

Τα μπακάλικα άδεια. Το μόνο που βρίσκαμε ήταν μουστάρδα. Ο κυρ Βαγγέλης -ο παντοπώλης μας- διερωτάται πώς αγοράζουμε όλο μουστάρδα... Μια μέρα του έλυσα την απορία αυτή: "Σπουδαίο φαγητό" του λέω...











Η λέξη "πεινώ" αντηχούσε συνεχώς στ' αυτιά μας. Παιδιά γύριζαν σκελετωμένα, ωχρά, σύρριζα στο πεζοδρόμιο και φώναζαν "πεινώ" για να τ' ακούσουν οι ένοικοι των ισογείων σπιτιών να συγκινηθούν και να τους δώσουν κάτι, αν είχαν.

Κάποτε μας έδιναν με δελτίο λίγο ψωμί οι φούρνοι. Ήταν από σκουπόσπορο. Αν το κρατούσες στα χέρια να πας στο σπίτι, κάποιος σου τ' αρπούσε χωρίς ντροπή.