Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Ποιος είναι ο τροφός της πείνας;

Οι επιστήμονες λένε ότι υπάρχουν δεκάδες ορμόνες που ευθύνονται για το γεγονός ότι το στομάχι μας συνδέεται απευθείας με τον εγκέφαλο, προκαλώντας το ακατανίκητο αίσθημα που μπορεί να καταστήσει τον άνθρωπο ληστή της φύσης, κλέφτη αγαθών, ακόμα και δολοφόνο του κατόχου τους. Οι νευροβιολόγοι παρατήρησαν επίσης ότι το ίδιο αίσθημα, που εξακριβωμένα ανασύρει τα φονικά μας ένστικτα, ευθύνεται για την ευφυΐα μας ως είδους. Υποστηρίζουν, δηλαδή, ότι στη διάρκεια της πείνας μια άλλη ορμόνη, η γρελίνη, εκκρίνεται σε σημαντικές ποσότητες αυξάνοντας τις συνάψεις στον ιππόκαμπο, το κέντρο του εγκεφάλου μας στο οποίο εδράζεται η ικανότητα μνήμης και εκμάθησης.

Αυτό μπορεί με τη σειρά του να σημαίνει τρία πράγματα. Πρώτον, ότι σχεδόν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι που βασανίζονται αυτή την περίοδο από την πείνα υφίστανται μια δοκιμασία που απλώς αυξάνει την ευφυΐα τους. Επομένως, αντί να τους οικτίρουμε, θα πρέπει να τους μακαρίζουμε. Δεύτερον, ότι τα επιθετικά ανθρώπινα ένστικτα που αφυπνίζει η πείνα είναι τελικά δείκτες ευφυΐας και υψηλού IQ. Και τρίτον, ότι αν οι πεινώντες και οι διψώντες της υφηλίου εγκαταλείψουν τις περιοχές των μεγάλων λιμών και ορμήσουν στις κοινωνίες της αφθονίας, στις προθήκες και στα κατάφορτα τραπέζια τους, αυτές θα πρέπει όχι απλώς να αποδεχτούν αδιαμαρτύρητα την επιδρομή, αλλά και να τη χειροκροτήσουν ως ένα λαμπρό διανοητικό άλμα της ανθρωπότητας.

Ωστόσο, αν έχω αντιληφθεί σωστά, όλες αυτές οι παράφωνες, στριγκές κραυγές που βγάζουν τις τελευταίες μέρες οι διεθνείς οργανισμοί, οι G8, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την απειλή της πείνας, δεν είναι μια εγκάρδια πρόσκληση προς τους πεινώντες του αναπτυσσόμενου κόσμου, μια προσφορά να μοιραστούν την τροφή του κορεσμένου αναπτυγμένου κόσμου. Κάθε άλλο. Οι τεχνοκράτες της διατροφικής οικονομίας προσπαθούν απεγνωσμένα να κρατήσουν της γης του πεινασμένους στις εστίες τους. Στα στείρα χωράφια τους, στις ξεραμένες πεδιάδες τους, στους άδειους πάγκους των αγορών τους. Με επισιτιστική βοήθεια και τη γνωστή διεθνή φιλανθρωπία. Μακριά από μας κι όπου να ’ναι. Μοιάζει με τη συμπεριφορά μας απέναντι σ’ ένα πεινασμένο, αγριεμένο σκυλί. Του πετάμε μ’ ευχαρίστηση τα αποφάγια μας, αρκεί να το κρατήσουμε σε απόσταση ασφαλείας. Βεβαίως, κάτι τέτοιο είναι αποτελεσματικό για λίγο, αλλά όχι για πάντα.

Η ιστορία της ανθρωπότητας, κατά κάποιον τρόπο, είναι μια ιστορία της πείνας. Η πείνα, πράγματι, είναι κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ευφυΐας. Ενδεχομένως αυτό υπαινίσσεται και η χριστιανική παράδοση που χαρακτηρίζει μακάριους τους πεινώντες και διψώντες. Θεωρεί τη στέρηση σαν μέθοδο εκπαίδευσης στην πίστη και συνεπώς την πίστη έκφραση ευφυΐας (δεν επεκτείνομαι, δεν σχολιάζω για να μη θεωρηθώ προκατειλημμένος, αλλά παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα έργου του Ιονέσκο στην ένθετη στήλη, που παρουσιάζει ακριβώς μια τέτοια διαδικασία).

Στην πείνα, λοιπόν, οφείλουμε πολλά από τα τεχνολογικά άλματα της ανθρωπότητας, την εξέλιξή μας από κυνηγοί-συλλέκτες σε έξυπνους παραγωγούς. Αλλά η ιστορία της πείνας δεν είναι μόνο μια συναρπαστική παράθεση λαμπερών τεχνολογικών επιτευγμάτων, εφευρέσεων και πνευματικών αλμάτων. Είναι μια ιστορία γκραν γκινιόλ. Μια ιστορία αίματος. Πόλεμοι, εξεγέρσεις, μεταναστεύσεις ορδών από πεινασμένους που μετέτρεπαν τη γη που διέσχιζαν σε κόλαση, πριν καταλύσουν στα εδάφη που θα γίνονταν ο παράδεισός τους. Sic transit gloria mundi. Η πείνα είναι το υπόστρωμα των επιτευγμάτων για τα οποία επαίρεται ο δυτικός πολιτισμός.

Η πείνα είναι και ο πυρήνας ενός πιο σύνθετου συμπλέγματος αισθημάτων που εξελίσσει τη διατροφή σε γαστρονομία, τη σίτιση σε μαγειρική, τον κανιβαλισμό σε πολιτισμό. Το περιγράφει έξοχα ο μακαρίτης Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν: «Τρώω σημαίνει σκοτώνω και καταβροχθίζω μια ύπαρξη που πριν ήταν ζωντανή, είτε πρόκειται για ζώο είτε για φυτό.

Εάν καταβροχθίζαμε απευθείας το νεκρό ζώο… θα θεωρούμασταν άγριοι. Αν όμως μαρινάρουμε το ζώο, για να το μαγειρέψουμε στη συνέχεια με αρωματικά χόρτα από την Προβηγκία και μ’ ένα ποτήρι γλυκό κρασί, τότε έχουμε πραγματοποιήσει ένα εξαιρετικό πολιτιστικό εγχείρημα, το οποίο όμως δεν παύει να βασίζεται στην αγριότητα και στον θάνατο». Αυτά τα υψηλής αισθητικής γούστα ώθησαν, κατά μία εκδοχή, τους σταυροφόρους στην απελευθέρωση των Αγίων Τόπων που κατά τύχη συνέπιπταν με τον δρόμο των μπαχαρικών. Και ανάλογα αισθήματα έχουν ωθήσει τους εκλεπτυσμένους ουρανίσκους της Δύσης στην αναζήτηση των πιο εξωτικών αγαθών, στην κατάκτηση των πιο απομακρυσμένων αγορών. Η ικανοποίηση της πείνας είναι, λοιπόν, το πυρηνικό ένστικτο που διαμόρφωσε τον κόσμο μας, που τον διαχώρισε σε παραγωγούς και καταναλωτές, σε κοινωνίες αφθονίας και στέρησης.

Συμβαίνει, όμως, το εξής παράδοξο. Ενώ η ανθρωπότητα έχει απομακρυνθεί εδώ και χιλιετίες από το μοντέλο του «κυνηγού-συλλέκτη», ενώ έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο ευφυΐας (πάντα χάρη στην πείνα) και τεχνολογίας που θα έπρεπε να καταστήσουν άγνωστη τη λέξη λιμός, οι μεγάλοι λιμοί θερίζουν κάθε χρόνο εκατομμύρια ζωές, σαρώνουν δεκάδες χώρες και έχουν γίνει σήμα κατατεθέν της γεωπολιτικής του χάους. Οι κρίσεις τροφής της Ιστορίας ήσαν συχνοί, αλλά οι μεγάλοι λιμοί ήταν μετρημένοι στα δάκτυλα. Εξελίχθηκαν σε ακραίες κλιματικές ή κοινωνικές συνθήκες και τα καταστροφικά τους αποτελέσματα απορροφούνταν από τη διατροφική αυτάρκεια των πληθυσμών της υπαίθρου που τρέφονταν σύμφωνα με τις παραγωγικές τους δυνατότητες. Ο 20ός και ο 21ος αιώνας διαψεύδουν τη βεβαιότητα ότι ο οικουμενικός -πλέον- καπιταλισμός καθιστά την πείνα άγνωστη λέξη. Το αντίθετο μάλιστα. Από τη γενοκτονία της Μπιάφρα στη Νιγηρία, που πριν από 40 χρόνια έγινε το φόβητρο των ανόρεκτων παιδιών της Δύσης, μέχρι σήμερα οι διατροφικές κρίσεις έχουν σχεδόν αποκτήσει την περιοδικότητα των επιχειρηματικών κύκλων. Και αφορούν πληθυσμούς δισεκατομμυρίων, όχι μεμονωμένες νησίδες δυστυχίας. Στην Ασία ή στην Αφρική αφορούν, βεβαίως, την επιβίωση με ένα κομμάτι ψωμί ή μια χούφτα ρύζι – στην κυριολεξία. Αλλά και στην ανέμελη Ευρώπη ή Βόρεια Αμερική, το τραπέζι της αφθονίας, απόλυτα εξαρτημένο από την παραγωγή του σταριού στην Ουκρανία ή τη σοδειά ρυζιού στην Ασία, είναι πια εξαιρετικά ευπαθές. Οι άνθρωποι των καπιταλιστικών μητροπόλεων, όμηροι ενός πολυδαίδαλου πλανητικού δικτύου παραγωγής και διανομής τροφίμων, είναι ίσως οι πιο εκτεθειμένοι στον λιμό του μέλλοντος, κι ας ασχολούνται προς το παρόν με τις παρενέργειες της παχυσαρκίας ή της υψηλής χοληστερίνης.

Η ιστορία της πείνας δεν έχει κλείσει, λοιπόν. Πιθανώς να ζούμε ήδη τους κορυφαίους της σταθμούς. Το θέμα είναι γιατί. Η πείνα δεν έχει άλλον φίλο εκτός από τον τροφοδότη της, έλεγε ο Αριστοφάνης. Αυτό είναι το ερώτημα. Ποιος είναι ο τροφός της πείνας; Μεμονωμένους ενόχους θα βρούμε πολλούς: τον τζογαδόρικο καπιταλισμό που έχει μετατρέψει τους πόρους ύπαρξης σε χρηματιστηριακές αξίες, τις κλιματικές αλλαγές που ερημοποιούν εύφορες πεδιάδες, τη φάμπρικα των βιοκαυσίμων που εν ονόματι της οικολογίας κλέβει ζωτικό χώρο από τη διατροφική γεωργία, τους εμφύλιους πολέμους που υποθάλπει η νεοαποικιοκρατία, τη μεταρρυθμιστική λαίλαπα που επιβάλλουν στον αναπτυσσόμενο κόσμο διεθνείς οργανισμοί. Αλλά, κοινός παρονομαστής όλων αυτών ποιος είναι; Το όνομα αυτής, αγορά. Η αγορά μεταμορφώνει τον αγρότη σε βιομηχανικό εργάτη, το σταροχώραφο σε φάρμα παραγωγής βιομάζας, τις αγροτικές περιοχές σε βιομηχανικές ζώνες, τις καλλιεργητικές πεδιάδες σε Σίλικον Βάλεϋ. Η αγορά «αποφασίζει» για τις κρίσεις υπερπαραγωγής και τις κρίσεις ένδειας, το μαγικό, αόρατο χέρι της μεταφέρει τα πλεονάσματα εκεί που υπάρχουν εισοδήματα και αδειάζει τα ράφια εκεί που ο μέσος καταναλωτής δεν έχει να διαθέσει πάνω από ένα ευρώ τη μέρα. Η αγορά μετατρέπει σε είδος πολυτελείας ένα φρούτο λίγα μέτρα από τον τόπο παραγωγής του, όταν, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ αυτόν, το ίδιο φρούτο σαπίζει αδιάθετο στο ράφι του πωλητή ή αφάγωτο στο ψυγείο του καταναλωτή. Η αγορά, πιο απελευθερωμένη από ποτέ, καταλύει τα σύνορα στις χώρες της αφθονίας και υψώνει αδιαπέραστα τείχη στις χώρες της ένδειας.

Βεβαίως, της οφείλουμε ότι δεν σιτιζόμαστε πια με ό,τι έχει το μποστάνι μας και ό,τι βγάζει το χωράφι μας. Αλλά, αν υποθέσουμε ότι και η αγορά είναι κατάκτηση της ευφυΐας που απέκτησε το είδος μας παλεύοντας με την πείνα, είναι ταυτόχρονα ένα παράδοξο που προσβάλλει την ευφυΐα αυτή. Καιρός για το επόμενο διανοητικό άλμα.