Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Πεθαίνοντας στην αφθονία

Μια χούφτα πολυεθνικές εταιρείες έχουν καταφέρει να ελέγξουν την «καρδιά» του φαγητού που βάζουμε στο καθημερινό μας τραπέζι:

Τον ίδιο τον σπόρο και ως εκ τούτου την παγκόσμια γεωργική παραγωγή.

Οι χρηματιστές στον ανεπτυγμένο κόσμο τζογάρουν με τα τρόφιμα, ανεβοκατεβάζοντας τις τιμές, παίζοντας με το θεμελιώδες δικαίωμα των ανθρώπων να έχουν πρόσβαση στο φαγητό.

Την ίδια στιγμή σχεδόν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υποσιτίζονται και 25.000 πεθαίνουν κάθε μέρα από πείνα.

Μήπως η Γη αδυνατεί πλέον να θρέψει τους κατοίκους της;

Τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο! Η κρίση των τροφίμων, όπως θα περάσει στην ιστορία, συμβαίνει την στιγμή που ο πλανήτης παράγει περισσότερο φαγητό από ποτέ.

Το «Πεθαίνοντας στην Αφθονία» ξεδιπλώνει μπροστά σας το βασίλειο του Παραλόγου, τις διαπλοκές ενός συστήματος, στο οποίο υπάρχει μεν επάρκεια φαγητού, αλλά είναι τόσο ακριβό που οι φτωχοί δεν μπορούν να το αγοράσουν.

«Εμείς, οι επικεφαλής των Κρατών και των κυβερνήσεων, επιβεβαιώνουμε το δικαίωμα καθενός να έχει πρόσβαση σε ασφαλή και θρεπτική τροφή, συναφές με το δικαίωμα σε επαρκή τροφή και το θεμελιώδες δικαίωμα καθενός να μην υπόκειται σε καθεστώς πείνας».

Ποιές μπορεί να είναι οι συνέπειες όταν ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα μετατρέπεται σε εμπορεύσιμο αγαθό στο παγκόσμιο χρηματιστηριακό καζίνο;

Την άνοιξη του 2008, σχεδόν ταυτόχρονα, σε 33 χώρες σε όλο τον κόσμο, ξέσπασαν πρωτόγνωρες διαδηλώσεις, με ένα κοινό αίτημα.

Άνθρωποι στα όρια της απόγνωσης κατέλαβαν τους δρόμους, σε κάποιες περιπτώσεις και τα όπλα, προκειμένου να διεκδικήσουν το όπως φαίνεται όχι αυτονόητο δικαίωμά τους, να έχουν πρόσβαση στο φαγητό.

Τη δυνατότητά τους αυτή δεν τους τη στέρησε κανένας δικτάτορας, ούτε προέκυψε από πραγματική έλλειψη αποθεμάτων τροφίμων. Οι ειδικοί μιλούν για μια «τέλεια θύελλα», στο πλαίσιο της λειτουργίας της αγοράς, η οποία είχε ως συνέπεια τη ραγδαία αύξηση των τιμών των τροφίμων. Μέσα σε ένα χρόνο, ως τον Μάρτιο του 2008, η τιμή του καλαμποκιού είχε ανέβει κατά 31%, του ρυζιού κατά 74% και του σιταριού κατά 130%!

Τα τρόφιμα βρίσκονταν σε πληθώρα στα ράφια των μαγαζιών, αλλά οι άνθρωποι δεν είχαν τα χρήματα για να τα αγοράσουν.

Το πρόβλημα ένιωσαν κατά πρώτο λόγο οι κάτοικοι των αναπτυσσόμενων χωρών του Τρίτου Κόσμου, αλλά και οι κάτοικοι στις μεγαλουπόλεις της Δύσης.

«Κάποιοι άνθρωποι και κάποια ταλαιπωρημένα από τη φτώχεια έθνη βρέθηκαν σε μια πολύ άβολη κατάσταση; Ναι, όντως βρέθηκαν! Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα της αγοράς», παραδέχεται ο Ντένις Γκάρτμαν, ένας διεθνούς φήμης γκουρού της χρηματοπιστωτικής οικονομίας, που με τις προβλέψεις του συχνά κατευθύνει τις τάσεις της αγοράς.

Το μεγαλύτερο χρηματιστήριο τροφίμων στον κόσμο βρίσκεται στο Σικάγο. Εκεί καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό η τιμή του φαγητού που βάζουμε κάθε μέρα στο τραπέζι μας. Το χρηματιστήριο του Σικάγο γνώρισε πρόσφατα πρωτόγνωρη εισροή κεφαλαίων, καθώς μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στράφηκαν σε αυτό προκειμένου να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους μετά την «κρίση των στεγαστικών δανείων» και να αυξήσουν και πάλι τα κέρδη τους.

Αυτή τη φορά κερδοσκόπησαν πάνω στη δυνατότητα των ανθρώπων να εξασφαλίσουν με αξιοπρέπεια την καθημερινή τους τροφή . Ως αποτέλεσμα της ραγδαίας αύξησης της τιμής των τροφίμων που ακολούθησε, 75 εκατομμύρια άνθρωποι προστέθηκαν μέσα στο 2007 σε όσους βρίσκονταν ήδη αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας παγκοσμίως.

Έτσι, ο μαστιζόμενος από την πείνα πληθυσμός της γης προσέγγισε πια σε σύνολο το ένα δισεκατομμύριο.

Αναλογιστείτε, ένα παιδί πεθαίνει σήμερα από την πείνα κάθε 3 δευτερόλεπτα. Η Ινδία, με περίπου 700 εκατ. ανθρώπους να ασχολούνται με τη γεωργία, είναι η πατρίδα του μεγαλύτερου σώματος μικροκαλλιεργητών στον κόσμο.

Δεύτερη μετά την Κίνα σε παραγωγή ρυζιού και σιταριού, αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς τροφής. Κι όμως, είναι ταυτόχρονα η πατρίδα και των περισσότερων υποσιτισμένων ανθρώπων, ξεπερνώντας πια στην κατάταξη τις χώρες της Αφρικής.

Παράλογο; Πάντως επιβεβαιώνει το ποσοστό που θέλει το 80% των μαστιζόμενων από την πείνα ανθρώπων παγκοσμίως να είναι αγρότες ή εργάτες της γεωργίας.

Στο μικρό χωριό Παρόντα της Ινδίας, η γιαγιά Σαρασβάτι έχει να θρέψει τα 4 εγγόνια της. Δεν γνωρίζει από χρηματιστήρια και κανόνες της αγοράς, ξέρει μόνο πως τα τρόφιμα στο μαγαζάκι του χωριού έχουν ακριβύνει τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ.

«Οι φτωχοί έχουν μεγάλο πρόβλημα, έχουμε πολύ άγχος. Η κατάσταση είναι δραματική. Ο φτωχός τι μπορεί να κάνει, να κοιτάξει το στομάχι του, να ξοδέψει τα λεφτά για τις αρρώστιες ή να ταΐσει τα παιδιά του; Είναι μέρες που δεν μπορούμε να χορτάσουμε, πάμε στο κρεβάτι νηστικοί», μας λέει.

Πίσω στο Σικάγο, ο χρηματιστής Βίκτορ Λισπανέσε μας εξηγεί τους κανόνες του παιχνιδιού: «Αυτό δεν είναι κάτι που μπαίνει στο σκεπτικό μου. Αν είναι λογικό ή όχι, δεν είναι το ζήτημα. Εγώ κοιτάω πώς αυτό το γεγονός επηρεάζει την αγορά».

Οι κάτοικοι των αναπτυσσόμενων χωρών ξοδεύουν ήδη σχεδόν το 80% των εισοδημάτων τους για να εξασφαλίσουν το καθημερινό τους φαγητό. Έτσι, όταν οι τιμές των τροφίμων ανεβαίνουν, δεν έχουν ποια άλλα έξοδα να περικόψουν και κόβουν το φαγητό.

Το ερώτημα επανέρχεται αμείλικτο: πώς ανέχεται ο πολιτισμός μας να πεθαίνει έστω κι ένας άνθρωπος από την πείνα, σήμερα που παράγεται περισσότερος πλούτος από ποτέ;

«Η πείνα, που έχει γίνει μόνιμη και παγκόσμια, είναι ολοκληρωτικά δημιουργία του παγκόσμιου επισιτιστικού συστήματος, το οποίο δεν έχει δημιουργηθεί για να θρέφει τους λαούς του κόσμου, αλλά για να μεγιστοποιεί τα κέρδη της Μονσάντο, για τους σπόρους, της Κάργκιλ, για το εμπόριο, για να πουλάνε παρασιτοκτόνα, φυτοκτόνα, λιπάσματα.

Την περίοδο 2007-08 ενώ οι τιμές των τροφίμων διπλασιάστηκαν, τα κέρδη αυτών των εταιριών επίσης διπλασιάστηκαν», καταγγέλλει η Ινδή ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα Βαντάνα Σίβα.

Η Ρετσέα ζει σ' ένα μικρό αγροτικό χωριό. Έχει ανάψει τη φωτιά για να ετοιμάσει το βραδινό φαγητό για την οικογένεια.

«Ετοιμάζω ίσα-ίσα για να μας φτάσει, φτιάχνω ψωμί και φακές, ψωμί και λαχανικά, όσο με βγάλει. Δεν μπορώ να ξοδεύω πολλά λεφτά.», εξηγεί.

Ο άντρας της αυτοκτόνησε πριν δύο χρόνια, πνιγμένος από τα χρέη. Είναι ένας από τους περίπου 200.000 αγρότες που έχουν αυτοκτονήσει στην Ινδία τα τελευταία 15 χρόνια, μη μπορώντας να ανταπεξέλθουν στα όλο και αυξανόμενα έξοδα της αγροτικής παραγωγής.

Η αγορά του σπόρου, των λιπασμάτων, των φυτοφαρμάκων, αποτελεί πια ένα δυσβάσταχτο κόστος, αφού οι αγρότες είναι πλέον υποχρεωμένοι να απευθύνονται στις εταιρίες για να τα προμηθευτούν και έχουν μετατραπεί και οι ίδιοι από παραγωγοί σε καταναλωτές.

«Επιτυχία μας είναι η επιτυχία των αγροτών», απαντά ο εκπρόσωπος της Μονσάντο στην Ινδία, Κρίστοφερ Σάμιουελ.

Τον συναντήσαμε στη Γιαβατμάλ, «την πόλη του βαμβακιού», όπου καλλιεργούνται ευρέως οι μεταλλαγμένοι σπόροι βαμβακιού της εταιρίας.

«Η παραγωγή τροφής πρέπει να διπλασιαστεί μέσα σε 40 χρόνια και πιστεύουμε ότι έχουμε ένα ρόλο να παίξουμε καθώς είμαστε οι μεγαλύτεροι επενδυτές στην έρευνα στον τομέα της γεωργίας», υποστηρίζει.

Κι όταν επισημαίνουμε ότι τα στοιχεία δείχνουν ότι η αγροτική παραγωγή είναι σήμερα επαρκής ρωτάειμας ρωτά με γνήσια απορία:

«Υπονοείτε ότι υπάρχει αρκετό φαγητό για όλους; Τότε γιατί υπάρχουν τόσα εκατομμύρια ανθρώπων που πεινάνε;».